Menu

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΟΥΣΘΕΝΗΣ
"ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ"

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014




Ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία για τη Μουσθένη

Μαλαμίδου Δημητρία
Δρ. Αρχαιολόγος
ΙΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας
Ερ.Σταυρού 17
65110 Καβάλα


Το χωριό της Μουσθένης, κτισμένο στους πρόποδες του όρους Παγγαίου, είναι σήμερα από τους πιο όμορφους παραδοσιακούς οικισμούς της περιοχής. Ο τόπος έχει μακραίωνη ιστορία, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπα της ανθρώπινης παρουσίας σε πολλές τοποθεσίες γύρω από το χωριό, αλλά και οι αναφορές σε αρκετά ιστορικά κείμενα. 
Η αρχαιότερη ανθρώπινη εγκατάσταση βρίσκεται στην τοποθεσία «Κεραμιδαριό», στον κάμπο, κοντά στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Είναι ένας οικισμός της Νεολιθικής εποχής που χρονολογείται σύμφωνα με τα επιφανειακά ευρήματα στο 5.000 - 4.000 π.Χ.
Στην ανατολική είσοδο του χωριού, στην τοποθεσία «Κουλές-Αλωνάκι», υπάρχει τειχισμένος οικισμός που ταυτίζεται με το αρχαίο θρακικό πόλισμα Πέργαμος. Στη θέση αυτή δεν έχουν γίνει ακόμα ανασκαφές. Ωστόσο τα τείχη που σώζονται ορατά εντυπωσιάζουν με την τειχοδομία τους. Η οχύρωση περιβάλλει λόφο στους πρόποδες του Παγγαίου με φυσική οχυρή μορφολογία. Δημιουργεί δυο πύλες εισόδου, μια στα Β-ΒΑ και μια δεύτερη στα Ν- ΝΔ. Από την πρώτη πύλη διακρίνονται ακόμη επιτόπου οι δύο κατώτερες λιθόπλινθοι των παραστάδων, ενώ φαίνεται και ο βράχος λαξευμένος για ομαλότερη πρόσβαση. Ο κύριος πυρήνας των τειχών είναι αρχαίος, κυρίως στα ανατολικά και νότια. Αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως υποδομή στις νεότερες φάσεις, ρωμαϊκές, βυζαντινές και τουρκοκρατίας. Η τειχοδομία της πρώτης φάσης, πιθανότατα αρχαϊκών χρόνων, όπως σώζεται στο νότιο σκέλος, ακολουθεί το τραπεζιόσχημο σχεδόν ισόδομο σύστημα με ένθετες πλακαρές πέτρες στα κενά. Μέσα στην οχύρωση και γύρω από αυτήν έχει βρεθεί κεραμική που χρονολογείται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (2η χιλιετία π.Χ.) και από όλες τις επόμενες ιστορικές περιόδους μέχρι και τα βυζαντινά χρόνια. Βρέθηκαν επίσης αρκετές επιγραφές, οι περισσότερες επιτύμβιες ρωμαϊκές (1ου-2ου αι. μ.Χ), καθώς και μια επιγραφή χαραγμένη στους κατώτερους δόμους του νότιου σκέλους, μάλλον όνομα, επίσης ρωμαϊκών χρόνων.
Γενικά τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν μεγάλη διάρκεια ζωής για την πόλη αυτή, παρόλο που οι ιστορικές πηγές δεν την αναφέρουν και πολύ συχνά. Πρώτος την αναφέρει ο Ηρόδοτος στην ιστορία του, όταν περιγράφει την πορεία του Ξέρξη το 480 π.Χ. (Ηρόδ. VII 112-115). Η Πέργαμος είναι ένα από τα δύο «Πιερέων τείχεα» του Ηροδότου. Το άλλο είναι ο Φάγρης που εντοπίζεται στη θέση «Κανόνι» ανατολικά από το Ορφάνι. Οι Πίερες, θρακικό φύλο, εγκαθίστανται στην κοιλάδα του Μαρμαρά, ανάμεσα στο Παγγαίο και το Σύμβολο, στα μέσα περίπου του 7ου αιώνα π. Χ., προερχόμενοι από την Πιερία του Ολύμπου, πιεσμένοι από την εξάπλωση των Μακεδόνων. Στην αρχαϊκή εποχή η Πιερία κοιλάδα ήταν στο περιθώριο της Θασιακής περαίας, των αποικιών δηλαδή που είχαν δημιουργήσει οι Θάσιοι στην ακτή. Οι  σχέσεις μεταξύ των Πιέρων και των Θασίων είναι ακόμη αδιευκρίνιστες, αφού οι ιστορικές πηγές δεν προσφέρουν πληροφορίες σχετικά με το θέμα. Διατηρούσαν προφανώς σχέσεις, αλλά δεν είχαν ενταχθεί στην επικράτεια της Θάσου στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όπως και το Παγγαίο και τα μεταλλεία του, που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο εξακολουθούσαν να είναι στα χέρια των Θρακών. Η θασιακή Σκαπτή Ύλη αναζητείται από την πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα ανατολικά της Καβάλας, στις νότιες υπώρειες των βουνών της Λεκάνης, ως τον ποταμό Νέστο. Με το τέλος των Μηδικών πολέμων, τον 5ο και τον 4ο αι π.Χ., η αρχαία Πέργαμος  πρέπει να ήταν στη σφαίρα επιρροής της Αμφίπολης, όπως κι ολόκληρη η κοιλάδα, ως ζωτικός χώρος της επέκτασης της Αθηναίων. Αργότερα με την επέκταση των Μακεδόνων μάλλον εντάσσεται στη χώρα των Φιλίππων. Στα ρωμαϊκά χρόνια συμπεριλαμβανόταν σίγουρα στην επικράτεια των Φιλίππων που γίνεται ρωμαϊκή αποικία (Colonia Victrix Philippensium).
Εκτός από την οχυρωμένη πόλη στο Αλωνάκι, κεραμική ελληνιστικών χρόνων έχει βρεθεί και στην τοποθεσία «Μποστάνι», στον Αη-Γιάννη, βόρεια του χωριού. Ίχνη μεταλλευτικής δραστηριότητας έχουν εντοπισθεί στα βόρεια και ανατολικά της Μουσθένης, ενώ τα σπηλαιοανοίγματα στις «Παναγίας τρύπες» είναι πιθανόν να ήταν μεταλλευτικές στοές.
Μια τριγράμματη λατινική επιγραφή  στη θέση «Πολιανούδα», βόρεια από το γήπεδο του χωριού, χρονολογείται στα ρωμαϊκά χρόνια και είναι μάλλον οροθέσιο, σημάδι που ορίζει σύνορο ανάμεσα σε ιδιοκτησίες. Τέτοια σημάδια σχετίζονται προφανώς με την οργάνωση του χώρου στα πλαίσια της ρωμαϊκής χώρας των Φιλίππων που έφτανε σίγουρα μέχρι και το Ποδοχώρι (το ρέμα Σικαλινιές), πιθανότατα και το Κοκκινοχώρι και τον Ακροπόταμο. Επίσης, μια ρωμαϊκή - υστερορωμαϊκή εγκατάσταση, ίσως αγροτόσπιτο (villa rustica) ή παρόδιος σταθμός, εντοπίζεται στον κάμπο, στην τοποθεσία «Αγραμάδες», στο όριο με τη Μεσορόπη. Τέλος, το κάστρο στην τοποθεσία «Τσάλη», ανατολικά της Μουσθένης, υπήρχε μάλλον από τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια (4ο-5ο αιώνα μ.Χ.), οπότε εμφανίζονται στο Παγγαίο, όπως και σε όλα τα βουνά της Μακεδονίας, τειχισμένοι οικισμοί-φρούρια που αποτελούν καταφύγια του πληθυσμού σε περιόδους ανασφάλειας με την έναρξη των βαρβαρικών επιδρομών και ελέγχουν επίσης τα περάσματα σε φυσικές διαβάσεις. Το κάστρο αυτό εξακολουθεί να κατοικείται στα Παλαιοχριστιανικά χρόνια (5ο - 6ο αι. μ.Χ.), όπως μαρτυρούν και τα λείψανα εκκλησίας.
Με την επικράτηση του χριστιανισμού, την απώλεια του ορφικού και διονυσιακού χαρακτήρα και πιθανότατα με την εξάντληση των μεταλλευτικών αποθεμάτων, το Παγγαίο χάνει την αίγλη του παρελθόντος. Από τον 5ο αι μ.Χ. το Παγγαίο μετονομάζεται σε Μακέτιον. Στους μεταβυζαντινούς χρόνους μνημονεύεται ως Κεστανέ Νταγ και Μπουνάρ Νταγ. Για την βυζαντινή εποχή, κυρίως μετά από τον 10ο αι. μ.Χ., πληροφορίες για τα χωριά του Παγγαίου αντλούμε από τα Πρακτικά των αγιορείτικων μοναστηριών που έχουν κτήματα και μετόχια στην περιοχή. Οικισμός που να μπορεί να ταυτισθεί με τη Μουσθένη δεν εμφανίζεται στις πηγές του Αγίου Όρους. Είναι πολύ σημαντικό όμως το γεγονός ότι μνημονεύεται τον 12ο αιώνα, μαζί με άλλα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας, στο Τυπικόν της Μονής Παντοκράτορος της Κωνσταντινούπολης (1165 μ.Χ.), ένας οικισμός που λέγεται Μουστώνιανη και δεν μπορεί παρά να είναι η σημερινή Μουσθένη. Προφανώς εντάσσεται σε μια ευρύτερη περιοχή αυτοκρατορικών κτημάτων που παραχωρήθηκαν κάποια στιγμή ως μετόχια στη Μονή Παντοκράτορος.
Για τα νεότερα χρόνια, κυρίως τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας έχουμε αρκετές αναφορές στη Μουσθένη μέσα στα κείμενα των περιηγητών που πέρασαν από την περιοχή (από τον 18ο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) και τα «υπομνήματα αναγνώρισης εδάφους» τα οποία συνέταξαν αξιωματικοί του Ναπολέοντα που στάλθηκαν μυστικά, το 1807, στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι πηγές αυτές μιλούν για την Μουστένια που ήταν τούρκικο κεφαλοχώρι με πλούσιους Τούρκους και μερικούς Έλληνες. Μιλούν επίσης για ένα χάνι που ονομαζόταν Καϊναρτζίχαν ή Μουστένια, όπως και το παρακείμενο χωριό. Η θέση αυτού του χανιού ταυτίζεται με τη σημερινή τοποθεσία «Καϊνάκι» στον κάμπο. Στα γύρω χωράφια, λένε οι ταξιδιώτες που περιγράφουν το τοπίο, υπήρχαν αμπέλια. Γενικά η Πιερία κοιλάδα αναφέρεται από τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ ως μια από τις πιο κατοικημένες και καλύτερα καλλιεργημένες περιοχές της Τουρκίας με πλούσια παραγωγή, εκτός από τον καπνό και το βαμβάκι, σε σιτάρι, καλαμπόκι, λινάρι και οπωροφόρα δέντρα.
Ο βασικός οικιστικός πυρήνας της Μουστένιας δεν είναι δύσκολο να αποκατασταθεί στα μάτια ενός υποψιασμένου επισκέπτη που θα επισκεφθεί το σημερινό χωριό και θα περιηγηθεί στα στενά δρομάκια της Μουσθένης. Οι άνθρωποι έχουν αλλάξει μετά από τις ανταλλαγές των πληθυσμών το 1922, το όνομα πήρε μια πιο αρχαιοπρεπή μορφή, αλλά ο όμορφος τόπος με τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του εξακολουθεί να προσφέρει ποιότητα στην ανθρώπινη δράση.
 
Βιβλιογραφία

Α.Δ. Γούσιος, Η κατά το Πάγγαιον χώρα. Λακκοβηκίων τοπογραφία, ήθη, έθιμα και γλώσσα, εν Λειψία [Σέρραι] 1894.
Χ. Κουκούλη-Χρυσανθάκη, «Αρχαία ιστορία και αρχαιότητες» στο ένθετο Επτά Ημέρες Το χρυσοφόρο Παγγαίο, Η Καθημερινή, 7.5.2000, 5-8.
G. Koutzakiotis, L’échelle de Cavalla et l’arrière-pays au XVIIIe siècle ; commerce occidentale et notabilité ottomane, διδακτορική διατριβή Université de Paris I-Sorbonne, 2004.
Μ. Νικολαϊδου-Πατέρα, «Τοπογραφία της Πιερίας κοιλάδας» στο Ιστορική τοπογραφία Μακεδονίας και Ηπείρου, Αφιέρωμα στον N.G.L. Hammond, Πεντάλοφος Κοζάνης 13-15.5.93, Παράρτημα Μακεδονικών αρ. 7, 1997, 309-319.
Γ.Α. Πίκουλας, Η χώρα των Πιέρων. Συμβολή στην τοπογραφία της, Δήμος Πιερέων, ΚΕΡΑ, Αθήνα, 2001.
Γ.Α. Πίκουλας, «Η αμαξήλατος οδός στη βόρεια Ελλάδα» στο Ιστορική τοπογραφία Μακεδονίας και Ηπείρου, Αφιέρωμα στον N.G.L. Hammond, Πεντάλοφος Κοζάνης 13-15.5.93, Παράρτημα Μακεδονικών αρ. 7, 1997, 357-364.
Δ. Κ. Σαμσάρης, Ιστορική Γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, Μακεδονική Βιβλιοθήκη αρ. 49, Θεσσαλονίκη, 1976.


 

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Πίνακας Σπύρου Βασιλείου
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μουσθένης εύχεται στους φίλους, στα μέλη του και σ’όλο τον κόσμο να έχουν υγεία και φώτιση!





ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη



Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.
Εκινδύνευε ν’ αποθάνει από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλίναν και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των, και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός, επροσπάθουν, όσον το δυνατόν, να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή, η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλει μικράν και μεγάλην Παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης.
Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανεί αντικρύ, αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ’ εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρίκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχον αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε,
κι εκατάλαβεν από την τρικυμίαν, όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κι εκινδύνευε να βουλιάξει, και τότε ενόησε τι θα ’πει να ’χει κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφτανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτο ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήσει …θήλυ.
Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επισφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον.
Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε τέτοιες μέρες να κάμει ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε, ο απόκοτος, δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, να αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθει, γιατί δεν την άκουσε.
Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς. Η νύμφη της, υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίσει εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπει τίποτα. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήσει το εν και το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κι εκοίταζε. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή, η Μπαλαλού.
Επλησίαζεν ήδη η μεσημβρία και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχει ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαχνον πέλαγος, και την νύμφην της ομού με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».
  Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη…Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν ….άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, οπού ψωμόφαγε τον πατέρα του! Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρει τον πατέρα του! Κ’αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάννα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμένη!... Ημπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξεις, κειδά που θα ψοφολογήσει, στο κρεβάτι της, να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε παθαμένο το παιδί, και πως η μάννα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ημπορείς;
Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφεί εις ευλογημένον χώμα. Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν, ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Δια τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν’αγναντεύει από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλευμα ηλίου.
Δεύτερα συχαρίκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι, άμα ενύκτωσε, κι εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον.
 Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου.
Η καλή μαμμή, η Μπαλαλού, εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύει τα σπάργανα. Είχε νυκτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων.
Εμειδία προς το φως, το οποίον έβλεπε, κι έτεινε την μικράν χείρα δια να συλλάβει την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κι επιπίλιζε, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; Απερίγραπτον.
Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, δια να κάμει άσπρα γένεια.
Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον.
Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμυρίζει, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνει μαλακά και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ’, όχι, χαδιάρη μ’! όχι κεφαλά μ’, πάπο μ’, χήνο μ’!» Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, δια ν’ ασημώσουν το παιδίον. Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης.
Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζεν. Κολύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθει καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί των υδάτων πολλών».
Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής, όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήσει! σιδεροκέφαλος!» και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή».
Είτα η Μπελαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιον καθαρόν υποκάμισον και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλει με τα σπάργανα.
Ο ζωέμπορος, ο Πραματής, είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνει ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως.
Ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων, ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτοξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανεί εις την οικίαν από πέρυσι, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το εν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές, έφερεν υπό την μασχάλην, εν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ηκολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κι επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων δια την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος ευχάς και συγχαρητήρια.
Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού, η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή, η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι. Το λοιπόν του χώρου κατείχετο από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του.
Ήρχισαν να τρώγουν. Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα. Εφώναζαν, εγρίνιαζαν, κι εθορυβούσαν. Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. Το τρίτον, κλαυθμηρίζον, εζήτει βρυ. Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσε το τυρί. Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.
Ήρχισαν αι προπόσεις. Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήσει, και εις την λεχώ «καλή σαράντιση». Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα, η μπροσθινή.
Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίει εις την υγείαν της νύμφης της, ευχήθη με τρεις διάφορους τόνους φωνής·
– Εβίβα, νύφη, με το καλό να σαραντίσεις… Κι ό,τι είπα, παιδάκι μ’…αστοχιά στο λόγο μου!