Menu

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΟΥΣΘΕΝΗΣ
"ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ"

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

 Τιμούμε σήμερα τα 200 χρόνια από την έναρξη του Αγώνα της εθνικής μας  Παλιγγενεσίας, το 1821. Η επέτειος της Επανάστασης καθιερώθηκε να γιορτάζεται την 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπως ήταν η αρχική και δηλωμένη πρόθεση της Φιλικής Εταιρείας, αποκτώντας έτσι έναν διπλό συμβολισμό, αυτόν της ανάστασης του γένους αλλά και της πεπτωκυίας ανθρώπινης φύσης. Η άποψη για την ευλογία των όπλων στην Αγία Λαύρα οφείλεται στην αναφορά του Γάλλου γιατρού και  περιηγητή Πουκεβίλ που ενέπνευσε  και την καλλιτεχνική απεικόνιση του πλαστού αυτού  γεγονότος, αφού και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός όπως και πολλοί πρόκριτοι απουσίαζαν από τα Καλάβρυτα την ημέρα εκείνη.  Η αλήθεια είναι ότι η επανάσταση κηρύχθηκε αρχικά στη Μάνη, όπου ευλογήθηκαν τα όπλα στις 17 Μαρτίου 1821, στην Καλαμάτα κατόπιν στις 23 Μαρτίου 1821,  και μετά στην Πάτρα στις 24 Μαρτίου. Εκείνο, βέβαια, που έχει σημασία,  όπως καταλαβαίνουμε  όλοι,  είναι η ουσία και δυναμική της Επανάστασης και όχι η ημερομηνία έναρξης.

 200 χρόνια μετά, καλούμαστε φέτος να τιμήσουμε την επέτειο της Παλιγγενεσίας. Κλήθηκαν νωρίτερα οι πρόγονοί μας να το κάνουν στη συμπλήρωση των 100 χρόνων  το 1921, ο εορτασμός όμως  δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας των εκτάκτων συνθηκών της Μικρασιατικής εκστρατείας και της Καταστροφής που ακολούθησε. Σήμερα, υπό την απειλή της πανδημίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, καλούμαστε να αρδεύσουμε από τις ζωντανές πηγές της παράδοσης και τις υγιείς δυνάμεις του έθνους μας ώστε να πορευτούμε με αυτοσυνειδησία, άξιοι της ελευθερίας,  μακριά από τον νοσηρό ελληνοκεντρισμό που γεννά το εθνικιστικό παραλήλημα αλλά και την  υφέρπουσα α-τοπία, την άρνηση της εθνικής μας ταυτότητας.

Ο Πολιτιστικός μας Σύλλογος με αφορμή την ημέρα  αφιερώνει στους απανταχού Μουσθενιώτες και σ΄όλο τον κόσμο την ταινία που εμπνεύστηκε και δημιούργησε με τη συνδρομή συγχωριανών και φίλων ο  συγχωριανός  μας Δημήτρης Κωνσταντινίδης και, ευχαριστώντας τους, εύχεται σε όλους

Χρόνια πολλά με αληθινή ελευθερία και αίσθημα ευθύνης





Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

 Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μουσθένης "ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ" 

εύχεται στους όπου γης Μουσθενιώτες και  σ' όλο τον κόσμο 

Καλή Σαρακοστή με υγεία και συγχωρητική διάθεση!

Δώρο με τις ευχές μας και  η λαγάνα που φιλοτέχνησε 

ο καλλιτέχνης αρτοποιός μας Δημήτρης Κωνσταντινίδης  

με την πάντα επίκαιρη προτροπή, που δυστυχώς ξεχνάμε οι άνθρωποι.

 




Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

 Καθώς ο κύκλος του Αγίου Δωδεκαημέρου κλείνει με την εορτή των Θεοφανείων,

 ευχόμαστε σε όλους και όλες Χρόνια πολλά με υγεία και Θεία Φώτιση,

 ευχαριστώντας θερμά τη συγχωριανή μας Γεωργία Σεχτανίδου 

για την υπέροχη φωτογραφία που

 τράβηξε πέρυσι.


 
 



Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Από τη Μαρίνα των βράχων του Οδυσσέα Ελύτη
 
 Καθώς μια δύσκολη  χρονιά για όλη την ανθρωπότητα εκπνέει σε λίγες ώρες, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μουσθένης  "ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ"  εύχεται στους όπου γης Μουσθενιώτες και σ' όλο το κόσμο Καλή Χρονιά με υγεία και αισιοδοξία στην καθημερινότητά μας. Ευχή μας να περισσέψουν τα καλά, μα επειδή ο ανθρώπινος βίος δεν είναι πάντα ανέφελος, με υπομονή και αγωνιστικότητα  να ξεπερνάμε ό,τι μας ταλανίζει σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.
 



 

 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

 Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μουσθένης  "ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ" εύχεται στους όπου γης Μουσθενιώτες και σ' όλο τον κόσμο καλά Χριστούγεννα με υγεία, οικογενειακή γαλήνη, περισσότερη κατανόηση και ζωντανή την ελπίδα!

 


Αρμενικό χειρόγραφο του 1332  με παράσταση της Γέννησης από την περιοχή του Βαν 
 
Γέννηση Βασίλη Πάσχου 

Πάνω στη Γέννηση, που οι άγγελοι σκεπάζουν
με τα γαλάζια τους φτερά, γυρίζει απόψε
γυμνό στρουθίον η ψυχή μου.
Δεν την ιστόρησε κανείς όπως τη βλέπω
κι ούτε μπορούν ανθρώπου μάτια να τη δουν.
Είναι μια φάτνη και μια Γέννηση, που μόνο 
για μένα τη ζωγράφισεν απόψε
του θείου Βρέφους η στοργή.


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

 
Τυπώθηκε και είναι διαθέσιμο από τον Σύλλογο του χωριού μας, στην τιμή των 10 ευρώ, το Ημερολόγιο του 2021 που είναι αφιερωμένο στα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Όποιος/α επιθυμεί να το προμηθευτεί ας επικοινωνήσει με τα  μέλη του Δ.Σ.
 
 Εισαγωγή
 
Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων το 1821 και ο Πολιτιστικός μας Σύλλογος αποφάσισε να τιμήσει την επέτειο της Παλιγγενεσίας μας αφιερώνοντας σ’ αυτήν το φετινό μας ημερολόγιο. Μια μακρά περίοδος δουλείας, με πολλές ταπεινώσεις αλλά και αναλαμπές, αφού τουλάχιστον 70 αξιοσημείωτα επαναστατικά κινήματα καταγράφονται στο διάστημα αυτό, ξεκίνησε για το Γένος των Ρωμιών με την Άλωση της Πόλης το 1453 και έπαψε το 1821 με την Επανάσταση, της οποίας οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν το 1829.Τον επόμενο χρόνο, το 1830, αναγνωρίστηκε από τις μεγάλες Δυνάμεις ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Βέβαια δεν ολοκληρώθηκε τότε το όραμα της αποκατάστασης, αφού πολλά εδάφη έμεναν υπόδουλα. Ξέρουμε ότι σταδιακά εντάχθηκαν στον κορμό του ελληνικού κράτους κάποιες περιοχές του, άλλοτε δια της διπλωματικής οδού και άλλοτε δια των όπλων, όπως έγινε με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, που σήμαναν και την ένταξη της Μακεδονίας στον ελληνικό κορμό. Χρειάστηκε δε, να φτάσουμε στα 1947 για να ενταχθούν και τα υπό ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα στο ελληνικό κράτος. Από την έναρξη ακόμη της Επανάστασης και μέχρι σήμερα, πολύ μελάνι έχει χυθεί για το χαρακτήρα της και τους συντελεστές της και πολλές αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις έχουν διατυπωθεί. Θεωρώντας ότι τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο, θα προσπαθήσουμε και μεις- όσο γίνεται- να ιχνηλατήσουμε την ουσία της και να γνωρίσουμε τους πρωταγωνιστές της που πάλεψαν με τα όπλα, με το μελάνι και με τα χρήματα για την εθνική μας αποκατάσταση. Θα είναι χαρά μας, αν αυτή η απόπειρα αποτελέσει κίνητρο για τους συγχωριανούς και φίλους να προβληματιστούν και να μελετήσουν πιο βαθιά και ουσιαστικά την ελληνική Επανάσταση.
Κλείνοντας, ευχόμαστε σε όλους και όλες μια γόνιμη και - όσο γίνεται- ανέφελη χρονιά με αντιμετωπίσιμα προβλήματα τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
 
Με εκτίμηση
Το Δ.Σ. του Πολιτιστικού Συλλόγου Μουσθένης
ΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ
 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

 

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

 Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μουσθένης  "ΤΟ  ΠΑΓΓΑΙΟ" παρακολουθώντας τις εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας και θέλοντας να προφυλάξει τους συγχωριανούς  από τυχόν μετάδοση του ιού, που είναι δυστυχώς εύκολη από ασυμπτωματικούς φορείς, αποφάσισε να μην παρουσιαστεί το αφιέρωμα για την 28η Οκτωβρίου στο χωριό. Ευχόμαστε του χρόνου να έχει λείψει η απειλή αυτή και κανονικά να γίνουν όλες οι εκδηλώσεις. Ως τότε, έχει ο καθένας και η καθεμιά  την ευκαιρία να διαβάσει σχετικά βιβλία ή να παρακολουθήσει αφιερώματα στην τηλεόραση ή το διαδίκτυο. Εμείς παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από το φετινό αφιέρωμα που τιτλοφορείται "΄Ελληνες και Ιταλοί: Η ανθρώπινη πλευρά του πολέμου του 1940" κι ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου, με την ευχή να κυριαρχήσει η ειρήνη στον κόσμο.

Θα ξεκινήσουμε με τη μαρτυρία του Τζάρα Δημητρίου, ανάπηρου πολέμου από τη Νικήσιανη,  όπως καταγράφηκε το 1989  από  τον ταγματάρχη Ξόμαλη Θεόδωρο στο βιβλίο του «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΗΡΩΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 1940-1944».

Την 28η Οκτωβρίου 1940 υπηρετούσα τη θητεία μου στο 3ο Τάγμα του 25ου Συντάγματος Πεζικού της Ελευθερούπολης. Η επιστράτευση βρήκε τη μονάδα μου να επιτηρεί τα βουλγαρικά σύνορα της περιοχής Παππάδων-Δράμας.

Τέλος Φεβρουαρίου 1941 διαταχτήκαμε να μετακινηθούμε προς το Αλβανικό Μέτωπο. Προχωρήσαμε προς το όρος Τόμαρος και φτάσαμε στην Κορυτσά, την οποία είχαν καταλάβει τα στρατεύματά μας μετά από μεγάλες μάχες λόγχη με λόγχη. Η Κορυτσά είναι κτισμένη σε πεδιάδα, κοντά της υψώνονται τα βουνά Ιβάν και Ιμάροβα κι ανάμεσά τους κυλούσε γάργαρα τα άφθονα νερά του ένας ποταμός. Τα βουνά αυτά ήταν γεμάτα τρύπες και τεχνητές σπηλιές, σχεδόν «κούφια», όπου οι Ιταλοί αποθήκευαν εφόδια και πυρομαχικά, πολλά από τα οποία έπεσαν στα ελληνικά χέρια.

Αφού περάσαμε μια κρεμαστή γέφυρα του ποταμού, κατευθυνθήκαμε προς το Ψάριον όρος και τις κορυφές «Τρία Αυγά». Οχυρωθήκαμε στο ύψωμα Μαλισπάτ, τουλάχιστον ένα χιλιόμετρο πίσω από τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής του μετώπου μας. Προς την κατεύθυνση αυτή και σε απόσταση 350 μέτρων από την πρώτη γραμμή ήταν η γραμμή των Ιταλών…

Η περιοχή μεταξύ των γραμμών ονομαζόταν «νεκρή ζώνη». Στη νεκρή ζώνη υπήρχε λάκκος με πηγές πόσιμου νερού. Ήταν οι μοναδικές πηγές και  ο μοναδικός τρόπος εξεύρεσης πόσιμου νερού για μας και τους Ιταλούς. Έτσι η χρησιμοποίηση των πηγών γινόταν από κοινού με τους Ιταλούς. Δεν γνωρίζω αν υπήρχε κάποια συμφωνία μεταξύ Ιταλών και Ελλήνων αξιωματικών ή αν υπήρχε κάποια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ αντιπάλων σχετικά με τη χρησιμοποίηση των πηγών, πάντως τα μεσημέρια, σχεδόν καθημερινά, ανά δύο άτομα, άοπλοι, με καμιά δεκαριά παγούρια κατηφορίζαμε το ύψωμα Μαλισπάτ και πηγαίναμε ανενόχλητοι στις πηγές. Το ίδιο γινόταν  και από ιταλικής πλευράς. Τύχαινε πολλές φορές να συναντιόμαστε με τους Ιταλούς, ναι τους Ιταλούς, τους εχθρούς μας,  στην ίδια πηγή, να ανταλλάσουμε ματιές φιλικές ή ουδέτερες, πάντως όχι εχθρικές, να διστάζουν κάπως οι Ιταλοί, να μας παραχωρούν συνήθως προτεραιότητα στο γέμισμα των παγουριών, να διερωτώνται για τα διαλυμένα άρβυλά μας ή τις ματωμένες και σχισμένες στολές μας, να αποχωρούμε, να μας παρακολουθούν μέχρι να χαθούμε αμίλητοι, γεμάτοι δέος, κι έπειτα να ξαναγινόμαστε εχθροί.

Στις 30-3-1941, ημέρα Κυριακή, ώρα 0200΄, έγινε η μεγάλη επίθεση των Ιταλών στα χαρακώματά μας, συνδυασμένη-όπως πάντα-με πυκνές βολές πυροβολικού. Οι Ιταλοί ήταν αμέτρητοι. Τους αφήσαμε να φτάσουν κοντά μας κι, ενώ αυτοί λαχανιασμένοι ανηφόριζαν προς το ύψωμά μας, ξαφνικά πεταχτήκαμε μπροστά τους με παρατεταμένες τις λόγχες μας και με την ιαχή «αέρα», που σκέπαζε και το θόρυβο των όλμων μας ακόμα, τους προκαλέσαμε φόβο, σύγχυση και άτακτη οπισθοχώρηση με μεγάλες απώλειες… Την ημέρα εκείνη πιάσαμε 10 αιχμαλώτους.

…Ενώ συνόδευα τους 10 αιχμαλώτους, με νοήματα μου έδωσαν να καταλάβω ότι διψούσαν. Τους πήγα σε κάποια ρεματιά να πιουν νερό και να ξαποστάσουν. Λίγο πιο πάνω από το σημείο εκείνο, μέσα στο ρυάκι της ρεματιάς, μακάβρια κείτονταν πτώματα ζώων και ανθρώπων, μπλεγμένα μεταξύ τους διαμελισμένα ή όχι, λες και ανέμεναν με αγωνία την ώρα της ταφής τους. Μάταια όμως. Τα αίματά τους αρχικά έβαφαν κόκκινα τα νερά του ρυακιού, αλλά από το σημείο της θέσης μας περνούσαν ορμητικά, αφρισμένα πεντακάθαρα, παγωμένα, λες και ήθελαν να μας αποφύγουν. Έβλεπα τους αιχμαλώτους γονατισμένους στο ρυάκι να πίνουν και να πλένονται  με τα πρόσωπα χωμένα στο νερό και ένιωθα αηδία αλλά και οίκτο για το θέαμα που αντίκρυζα. Άλλωστε σε τι θα χρησίμευε εάν τους έλεγα ότι στο ίδιο ρυάκι λίγο πιο πάνω ήταν ριγμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων; Μήπως θα σταματούσαν να το χρησιμοποιούν; Μήπως και ο ίδιος δεν αναγκαζόμουν ελλείψει καλύτερης επιλογής να πιω από το ίδιο σημείο; Ευτυχώς που ήταν χειμώνας, αλλιώς οι αρρώστιες θα μας αποδεκάτιζαν. Θυμάμαι τη φωτογραφία που μου έδειξε ένας αιχμάλωτος και τις κινήσεις της κεφαλής του, όταν με το δάκτυλό  του  μου έδειχνε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Ήταν σαν να μου έλεγε: «δε φταίμε εμείς, οι μεγάλοι φταίνε»…

Ο Αρσενούδης Παναγιώτης, επίσης  από τη Νικήσιανη, καταθέτει τη δική του μαρτυρία για την ίδια μάχη με τους Ιταλούς   στην περιοχή Μαλισπάτ  στις 30-3-1940, ημέρα κατά την οποία δέχτηκαν σφοδρότατη επίθεση με οβίδες και όλμους. Ωστόσο, όταν κόπασε κάπως ο θόρυβος,  πετάχτηκαν απ’ τα χαρακώματά τους με τις λόγχες τους και αιφνιδίασαν τους Ιταλούς. Η νεκρή ζώνη – μεταξύ ελληνικής και ιταλικής γραμμής – γέμισε σκοτωμένους ή βαριά τραυματισμένους Ιταλούς. Τα καταπράσινα  χόρτα και οι θάμνοι, που όλο το χειμώνα ζάρωναν κάτω από το βαρύ στρώμα του χιονιού καταπατήθηκαν από τις βαριές ιταλικές μπότες και  τις ξηλωμένες ελληνικές. ΟΙ ρίζες τους ποτίστηκαν με αίμα  και οι λάσπες άλλαξαν το φυσικό τους χρώμα. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι και τα βογγητά των τραυματισμένων Ιταλών  γέμιζαν τη φύση. Όλα εκείνο το κυριακάτικο πρωινό έχασαν την ομορφιά τους.  Ακόμα και η χαρά  μας για τη νίκη μετριάστηκε μπροστά σ’ αυτό το δράμα. Η κούραση εκείνης της ημέρας ήταν υπερβολική και η λίγη ανάπαυση στα αμπριά μας σκέτη απόλαυση. Έτσι πέρασε η υπόλοιπη μέρα και βράδιασε. Την ησυχία της νύχτας διέκοπταν τα βογγητά των τραυματισμένων Ιταλών και οι κινήσεις των τραυματιοφορέων τους, που μετέφεραν τους ζωντανούς και νεκρούς, υπό την ανοχή μας φυσικά, στον καταυλισμό τους. Τους βλέπαμε στο σκοτάδι της νύχτας να σκύβουν, να σηκώνονται, να φεύγουν βιαστικά, να ξανάρχονται και να ξαναφεύγουν κουβαλώντας τους συναδέλφους τους. Τους βλέπαμε από απόσταση 30-50 μέτρων και δεν τους πυροβολούσαμε. Μπορούσαμε έρποντας να τους πλησιάσουμε και δεν το κάναμε. Τους αφήναμε. Η συνείδησή μας δεν το επέτρεπε. Θεωρούσαμε ιεροσυλία της διακοπή της διακομιδής. Η ιατρική περίθαλψη τραυματιών και η ταφή των νεκρών εκεί, στην πρώτη γραμμή του μετώπου, θεωρούνταν από μας και τους εχθρούς ιερό καθήκον, και η τραγικότητα των σκηνών διακομιδής προκαλούσε συγκίνηση και δάκρυα. Έτσι πέρασε η νύχτα εκείνη και πλησίασε το ξημέρωμα της Δευτέρας.

 

Νικηφόρος Βρεττάκος: « Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο Αλβανικό μέτωπο»

«Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).»
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ’ αμπριά.
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,
τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).