Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Ένα ωραίο κείμενο αλίευσε από το διαδίκτυο και μας έστειλε η αγαπητή μας συγχωριανή κα Ελπινίκη Γαϊτάνη.
Την ευχαριστούμε θερμά!


Δύο πράματα εναι  π  φυσικο  ν  μν ξεχνιονται ποτ π κανένα, ΜΑΝΑ κα ΤΟΠΟΣ πο σ γέννησαν

Μ
ν ξεχνς τ' μορφο ρειν χωριουδάκι σου πο τ΄φηκες παραπονεμένο κα μελαγχολικ κι φυγες. Μν το κρατς κακία πο δν σο πρόσφερε τν πολυτέλεια κα το κόσμου τ καλά. δ εναι ρίζα σου, φύτρα σου. ΄ζησαν ο γονιοί σου κα ο πρόγονοί σου. Σ΄ατ φησαν τν τίμιο δρώτα τους κα τ κόκαλά τους.
Μ
ν ξεχνς τ πέτρινο σπίτι σου, που νοιξες τ μάτια σου στ φς τς ζως. Ατό σε κράτησε στ ζεστ γκαλιά του κι ς εχε γι διαμερίσματα μι ξύλινη μισάντρα λη κι λη, γι ταβάνι τν ξερ σανό, γι καλοριφρ τ χωματένια γωνι μ τν πέτρινο ψήστη, γι κουφώματα τ μικρ παραθυράκι, χωρς τζιαμιλίκι κα τ μονόφυλλη ξώπορτα μ τ τραν ζεμπερέκι.
Τ
κατώι, τν αλή, τν κπο, τ μυγδαλιά, τ σκιά,τ φορνο, τ πελεκητ γκωνάρι, τ λιασι κι να γύρο λα τα ζωντανά, πο λα εναι δεμένα στεν μ τ παιδικ λησμόνητα χρόνια. Κα πάνω π΄ λα ατ μάνα, πατέρας, παππούλης μ τ γιαγιά, πο μπορε τώρα ν μν πάρχουν πι κα νάχουν ταξιδέψει τ μακρ κα γύριστο ταξίδι τους, τ΄ δέρφια, ο συγγενδες, ο γειτόνοι, συμπαραστάτες στ καλ κα....
στ
κακό, εναι πρόσωπα πο κανένας δ λησμόνησε κι οτε θ λησμονήσει ποτέ.
Μ
ν ξεχνς τν κκλησία σου, τν Παναγία. κε πο κκλησιάστηκες, ταν σαράντισες κι κανες ν βουίξει θόλος της π τ κλάμα σου, ταν βαφτίστηκες. κε πρωτομετάλαβες κι νοιξες τν ψυχή σου κα πλημμύρισε τ φς τς πίστης. κε καμες πράξη τν κρυφ καημό σου κα στεφανώθηκες τν γάπη σου. κε δωκες τν τελευταο σπασμ σ λατρεμένα πρόσωπα.
Π
ς μπορες ν ξεχάσεις τ βουβ νεκρικ πομπή, ν σουδιάζει στ Τζιρακαίϊκο γκωνάρι, τραβώντας γι τν γιο Θανάση μ τ ξαπτέρυγα μπροστά, πίσω μι μεγάλη σου γάπη κα λατρεία κα κενο τ δύσκολο μουρμουρητ το παπ κα τν ψαλτάδων;
Π
ς μπορες ν ξεχάσεις τ λαλι τς καμπάνας, τν τόσο γνώριμη, πο σ καλοσε στ χαρά, στ λύπη, στ θεομηνία, στ πυρκαγιά, στν πιστράτευση, στ πινίκια;
Τ
σκολει , πού, χίλια βάσανα κα δυσκολίες, μάζευες σπυρ- σπυρ τ γνώση κι νοιξες τ μάτια το νο κα τς καρδις σου. Μν ξεχνς τν πλατεία μ τ αωνόβια πλατάνια κα τς κακίες, σημεο συνάντησης λων των χωριανν. Τς ράδες τος χορος στος γάμους κα στ πανηγύρια μ τ γλυκ κλαρίνα κα τ μορφα τραγούδια, πο κουγες κι ναγάλλιαζε ψυχή σου.
Τ
μαγαζι να γύρο, πο μ τόση εκολία λλαζαν σκηνικό. Τ μι ταβέρνα μ τ οζάκι κα τ ρέγγο, τ κρασάκι κα τν κορσέβα, τν λλη χαρτοπαιχτικ λέσχη, σ λίγο δικαστήριο, μετ σωστ κοινοβούλιο, μέχρι κα Συμβούλιο τς Ερώπης κα Ο.Η.Ε.
Τ
ν μορφη ξωμάχικη ζω μ τος σέμπρους τ σπαρτό, τς ξελασες, τος θέρους, τ΄λώνια, τος τρύγους, τος σμίχτες, τ στρούγκα, τ ρμεγμα, τ σκάρο κα τ γύρισμα.
Θυμήσου τ
λα ατ κα κνε ,τι μπορες γι τ χωριό σου, ν διατηρεται, ν προοδεύει, ν τ βλέπεις κα ν τ καμαρώνεις.
Κα
σ πο μπαίνεις στ χωρι πιδεικτικ κορνάροντας τ ατοκίνητό σου μν τρέχεις, στάκα, κατέβα κα πέσε προσκύνα, ξυπολήσου σν τ Μωυσ στ καιγόμενο βάτο, τόπος εναι ερός, ποτισμένος μ δρώτα κα αμα.
Γιατί δύο πράματα ε
ναι π φυσικο ν μν ξεχνιονται ποτ π κανένα, ΜΑΝΑ κα ΤΟΠΟΣ πο σ γέννησαν.
‘’ Ο ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ’’

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου