Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014



8 Μαρτίου 
Παγκόσμια ημέρα της Γυναίκας
Αγγελική Χατζημιχάλη, μια ξεχωριστή γυναίκα
της Ιωάννας Ρωμανού



Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, τα τελευταία χρόνια όλο και πληθαίνουν οι μέρες εορτασμού ή μνείας προσώπων ή γεγονότων που θεωρούνται σταθμοί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ανάμεσά τους και η 8η Μαρτίου,  που  καθιερώθηκε το 1977 από τον ΟΗΕ ως ημέρα της  Γυναίκας, σαν μια υπενθύμιση των αγώνων του γυναικείου κινήματος για την κατάκτηση των δικαιωμάτων της με αφορμή  μια μεγάλη εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 από τις εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, οι οποίες διαδήλωναν ζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας.  Θα πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι στην ορθόδοξη παράδοσή μας υπάρχει αυτή η μέρα, η αφιερωμένη στις γυναίκες, και είναι η Κυριακή των Μυροφόρων, ως μια ένδειξη τιμής στις γυναίκες που με γενναιότητα, περίσσια από τους άνδρες, ακολούθησαν το Χριστό  στο Γολγοθά και αξιώθηκαν πρώτες  το μήνυμα της Ανάστασης, διαδίδοντάς το χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες.
Ωστόσο, μιας και έχει καθιερωθεί διεθνώς η ημέρα και συνηθίζεται να την τιμούν με ποικίλους τρόπους οι γυναίκες, προβάλλοντας κυρίως τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις τους, αξίζει να θυμηθούμε  μια σπουδαία γυναίκα που η ζωή της στάθηκε μια αδιάκοπη προσφορά στον άνθρωπο και στο νεοελληνικό πολιτισμό.
Πρόκειται για την Αγγελική Χατζημιχάλη (1895- 1966), τη «μάνα της ελληνικής Λαογραφίας», όπως χαρακτηρίστηκε, που μας συστήνεται  σ’ ένα αυτοβιογραφικό της σημείωμα: "Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πλάκα, τότε που τα σπίτια είχαν ακόμη πλακόστρωτες αυλές, κληματαριές, πεζούλια και γλάστρες με ευωδερούς ανθούς. Το σπίτι του πατέρα μου, του καθηγητή Αλέξιου Κολυβά από την Ζάκυνθο, ήταν γεμάτο βιβλία, χειρόγραφα, κεντήματα, βυζαντινές εικόνες κρεμασμένες ως το ταβάνι του σπιτιού μας.
Στον παρακάτω δρόμο, στην οδό Αδριανού, σ' ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι, έμενε ο παππούς μου, ο Χιώτης συμβολαιογράφος Γρηγόριος Μπουρνιάς. Σωροί κι εδώ από πασίλογα και διαλεχτά έργα τέχνης, αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, ανατολικά ... μανιακοί λάτρεις της τέχνης οι δυο σεβαστοί μου πρόγονοι, γνωστοί για την πολύτιμη συμβολή τους στα γράμματα και την τέχνη, εύκολα κι αβίαστα κύλησαν μέσα στο αίμα και την ψυχή μου, που την οδηγούν στην παλιά εκείνη Ελλάδα που κλείνει μέσα της όλες τις Ελλάδες..." γράφει η ίδια η Πλακιώτισσα αρχόντισσα.
 Η  Αγγελική Χατζημιχάλη

  Με αυτήν την σκευή, με γνώση και μεράκι, ξεκίνησε η Αγγελική Χατζημιχάλη την πορεία της στα μονοπάτια της λαϊκής καλλιτεχνικής έκφρασης, ασχολούμενη αρχικά με τη ζωγραφική και μελετώντας κατόπιν την Βυζαντινή και τη νεότερη Ελληνική λαϊκή τέχνη. Στην προσπάθεια αυτή της γνωριμίας με τη νεοελληνική παράδοση, η Αγγελική Χατζημιχάλη δεν έμεινε κλεισμένη σ’ ένα γραφείο ή στις αίθουσες των βιβλιοθηκών, αλλά στην κυριολεξία όργωσε την Ελλάδα μετά το 1920 και ξέρουμε τι σήμαιναν οι μετακινήσεις εκείνη την εποχή με το ανύπαρκτο σχεδόν οδικό  δίκτυο. Έφτασε στα πιο απομακρυσμένα ορεινά χωριά της πατρίδας μας και στα νησιά, για να ρθει σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους της υπαίθρου, που κέρδισε από την πρώτη στιγμή με την απλότητα και την εγκαρδιότητά της. ΄Έτσι κατάφερε να της ανοίξουν τις καρδιές και τα σπίτια τους, για να μάθει και να δει από κοντά τα ήθη και έθιμά τους, τα υφαντά τους, τα ξυλόγλυπτα, τα ασημικά, τα κεραμικά τους, όλα τα έργα των χεριών τους. Εκτιμώντας αυτόν τον πλούτο, βοήθησε τους απλούς αγράμματους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν την αξία των έργων τους και να απαλλαγούν από τα οποιαδήποτε αισθήματα μειονεξίας που καλλιεργούσε και τότε το αθηνοκεντρικό γραμματιζούμενο κράτος.
Καρπός αυτής της επαφής της στάθηκε το δίτομο έργο της «Η ελληνική λαϊκή φορεσιά» Εκδ. Μέλισσα, στο οποίο δεν αρκείται σε μια απλή καταγραφή, αλλά παραθέτει πλήρεις περιγραφές της κάθε φορεσιάς και των κομματιών που την αποτελούν, εξαντλητικές λεπτομέρειες για την κατασκευή τους, τα είδη των υφασμάτων που χρησιμοποιούσαν, τα νήματα και τη βαφή, την τεχνική του κεντήματος.

 


Εκτός όμως από το συγγραφικό της έργο, που είναι πλουσιώτατο, άξια μνείας είναι και  η προσφορά της  στον προσφυγικό ελληνισμό και  στη διάσωση και διάδοση της μικρασιατικής  ταπητουργίας,  αφού το 1923 ίδρυσε  στην Αθήνα το «Σπίτι του Κοριτσιού» με σκοπό την προστασία των ορφανών κοριτσιών  της Μικρασιατικής Καταστροφής. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα οικοτροφείο, που φιλοξενούσε τα ορφανά  κορίτσια που προέρχονταν από την  επαρχία, παρέχοντας πενταετή εκπαίδευση η οποία περιελάμβανε μαθήματα υφαντικής, κεντητικής, κεραμικής, ζωγραφικής, ασημουργίας, μεταλλοτεχνίας και λαογραφίας, άμεση χρηστική εφαρμογή, έρευνα και ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού. Αν σκεφτούμε την προκατάληψη που υπήρχε για τις προσφυγοπούλες και την ηθική τους και τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν από τους κάθε λογής επιτήδειους, ο καθένας αντιλαμβάνεται  πόσο προστατευτικά λειτούργησε αυτή η κίνησή της, που εκτός των άλλων βοήθησε και στη μελλοντική επαγγελματική τους αποκατάσταση. Επιπλέον, κατάφερε να διασώσει  ένα τεράστιο πλούτο γνώσεων  που μπολιάστηκε στη ντόπια παράδοση  και βοήθησε να εκτιμηθεί αυτός ο θησαυρός σε μια εποχή που ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής είχε αρχίσει  να εισβάλει  στην Ελλάδα.
Τεράστια, επίσης, υπήρξε η συμβολή  της στη μελέτη του σαρακατσάνικου πολιτισμού και στη γνωριμία των υπολοίπων Ελλήνων με τους Σαρακατσάνους. Η Αγγελική Χατζημιχάλη έμεινε στις καλύβες τους, παρακολούθησε τις γυναίκες στις υφαντουργικές τους εργασίες, τους άνδρες στις κτηνοτροφικές τους δραστηριότητες, βγάζοντάς τους από την αφάνεια  και διαλύοντας τις προκαταλήψεις της ελληνικής κοινωνίας λόγω του νομαδικού τους βίου ως το 1955. Τόσο πολύ δέθηκε μαζί τους ώστε την ημέρα που  πέθανε, όπως παραδίδει ο Νέστορας Μάτσας στο σαρακατσάνικο Οδοιπορικό του «Στέγη από ουρανό»: «οι τσελιγγάδες έβγαλαν τα κυπροκούδουνα από τα γιδοπρόβατα, κατά την πανάρχαια συνήθεια όταν πεθαίνει πρωτοτσέλιγγας, και ξαρμάτωσαν τα γκεσέμια τους, οι λαϊκοί βιοτέχνες σταμάτησαν τα τσιακ-τσιακ στα εργαστήριά τους και οι Σαρακατσάνες εσφράγισαν τα αργαλειά τους στη μνήμη της».



Το σπίτι της Αγγελικής Χατζημιχάλη –Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης
Πολλά ακόμη θα μπορούσε να προσθέσει κανείς για την προσφορά της, για την ίδρυση Οικοκυρικών και Βιοτεχνικών Σχολών, την ίδρυση του Συνδέσμου Ελληνικής Χειροτεχνίας, τη συνεργασία της με τον Κωστή Παλαμά, το Νίκο Καζαντζάκη και τον Άγγελο Σικελιανό  με στόχο πάντα την πολιτιστική αναγέννηση του τόπου, αλλά και τη συμβολή της στον πόλεμο του 1940-41 και τη συμμετοχή της στην Αντίσταση.
Για όλα αυτά, που καλό είναι να θυμόμαστε, αξίζει να της αφιερώσουμε τα λόγια τούτα του Ίωνα Δραγούμη, από το βιβλίο του «Μαρτύρων και ηρώων αίμα»: Μέσ’ στην πατρίδα δεν είμαι απλός ταξιδευτής, γιατί οι στιγμές είναι πολύτιμες, μέσ’στην πατρίδα  ταξιδεύω δουλευτής∙ μέσ’στην πατρίδα θυμούμαι περασμένα, τωρινά κι ερχόμενα και πρέπει να είμαι δεσμός των παλιών με τα μελλούμενα.
 

2 σχόλια:

  1. Ήμουν μαθητής Γ' Λυκείου,στο Ποδοχώρι,το 1982.Είπα στην καθηγήτρια-φιλόλογο Φωφώ Παπακωνσταντίνου,που έθεσε το θέμα της γιορτής της γυναίκας:'Aν θεωρείτε ότι οι υπόλοιπες 364 μέρες ανήκουν στους άντρες,ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ.Άν θεωρούμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι,η ισότητα,ο σεβασμός,η αλληλοεκτίμηση μεταξύ μας ,πρέπει να αποτελούν 24ωρο βίωμα ασταμάτητο όλων μας και όχι ημερήσια ετήσια επέτειος.Η αγάπη και ο αλληλοσεβασμός αποτελούν τους πυλώνες που η ύπαρξή τους δεν χρειάζεται ετήσιες υπενθυμίσεις.Αν απουσιάζουν,όσο και να γιορτάζεται η σημερινή ημέρα θα είναι απλός τύπος,χωρίς καμία πρακτική αξία.ΓΙΩΡΤΣΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ Δημήτρη, δεν διαφωνούμε επί της ουσίας. Σαφώς και το ζητούμενο είναι ο αλληλοσεβασμός και η κατανόηση. Γι' αυτό άλλωστε, όπως κατάλαβες,δεν επιλέξαμε κάποιο γνωστό πρόσωπο από το χώρο του θεάματος, αλλά μια γυναίκα με τεράστια κοινωνική προσφορά και -δυστυχώς- λησμονημένη από την πλειοψηφία των Νεοελλήνων.

      Διαγραφή